Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Κάρβουνα παντού

Στην Κύπρο το σπίτι μας ναν γυαλλί, να τρώμεν που χαμέ ένα πράμα, τζαι η κοινόχρηστοι χώροι σκουπιδότοποι.

Εχτές πάλε εμάζεψα που το κηπούι το πλαϊνό της πολυκατοικίας κάρβουνα της φουκούς κάποιου μεζετζή ένοικου. Έπιασα τη σκούπα, το φτυάρι τζαι εμάζευκα που τα λασάνια κάρβουνα άλλων. Και στημένες λεμονόκουπες.

Πέτε μου πόσο χωρκάτικο είναι να μαζεύκεις κάρβουνα φουκούς άλλων;

Έστειλα τους ούλλους ένα sms και τους παρακάλεσα ευγενικά να μαζεύκουν τα κάρβουνα τους εφόσον τελειώσουν. Ασπούμεν ένεν πολλά γελοίο να λαλείς κάποιου "Σε παρακαλώ σύναε τα κάρβουνα σου;" ΓΙΕ ΜΟΥ ΕΝ ΚΑΡΒΟΥΝΑ ΕΝΤΖΕΝ ΚΟΛΛΕΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ.

Αλλά τζείνο που θέλω να κάμω μιαν μέρα είναι να φατσίσω την πόρτα του χαρρρραμοφφφάη του πουστιοππεζέβεγκου που τα σύρνει, ώσπου να γαιματώσουν οι αρθρώσεις των σιερκών μου τζαι να του τα σιονώσω μες το σπίτι του.

Στο σχολείο εν ο κάλαθος τζαι γυρόν του καμιά δεκαπενταρκά αλουμινόχαρτα τζαι πατημένοι χυμοί.

Πραγματικά γιατί τόσο σαγλιλλίκκι;

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Κλάτσες

Έχω πολλά θέματα που με απασχολούν τον τελευταίο καιρό τζαι λόγω διαφόρων συγκυριών εν είχα ώρα να μοιραστώ το φιλοσοφικό μου οίστρο στο μπλογκ.

Έναν από αυτά είναι το θέμα της κλάτσας.

Ήταν είναι και θα είναι ένα μαρτύριο για μένα να ταιρκάζω τις κλάτσες.

Στάνταρ εν να ππέσουν οι μισές μες τη μια πλύση τζαι η άλλες μες την άλλη τζαι εν να έσιεις παράταιρες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.

Τζαι ώσπου να συναχτούν μαζί ούλλες;

Μια φορά έφαα τους τόπους να εύρω το ταίρι μιας ριγέ μωβ κλάτσας. Λαλώ δε γίνεται ρε κουμπάρε επλύναμεν ούλλα του ρούχα να μεν την ταιρκάζω. Τίποτε όμως, το ταίρι της κλάτσας της μωβ της ριγέ άφαντο. Ώσπου μιαν ημέραν φκάλλει μου ένα σημαδούιν το πλυντήριο να τσιεκκάρω το φίλτρο. Ναι κύριε μου, ετράβησεν την το φίλτρο του πλυντηρίου. Ούτε η χούβερ όγδοης γενιάς! Μα μιλούμεν για κλάτσαν, όι κανένα σελίνι.

Βάλμου ρε κουμπάρε να σου διπλώσω 6000 βρατζιά τζαι σώβρακα. Βάρμε να σου σιδερώσω πλισέ φούστα.

Μεν με βάλεις να σου διπλώνω κλάτσες!

Τζείνη η κατάσταση όπου γυρεύκω κάτι που μπορεί να μεν υπάρχει (όπως το ταίρι της συγκεκριμένης κλάτσας στη συγκεκριμένη πλύση) είναι από τα χειρότερά μου. Είναι σαν κάτι όνειρα που θωρείς ότι είσαι σχολείο τζαι ξιάννεις τη κασετίνα σου τζαι στρέφεσαι σπίτι να την πιάσεις τζαι πάλε ξιάννεις την τζαι ξαναστρέφεσαι τζαι πάλε εν την πιάνεις. Εφιάλτης κανονικός.

Έχω ένα πανιούιν που σύρνω πάντα μέσα τις κλάτσες που βαρκούμαι να ταιρκάσω τζαι να διπλώσω. Σήμερα που του έσυρα την καινούρια πλύση χαζίριν να μου τες σύρει πίσω. Έφτασεν και αυτό στα όρια του.

Λαλώ του άντρα του διαμερίσματος:

Ασ:-Άτε, ήγκικεν εκείνη η ώρα..ακόμα λίον εν να βουρούν πας τα πόθκια μας να φορηθούν μόνες τους οι κλάτσες, πρέπει να τις διπλώσουμε.
Αν: -Άτε ρε αγάπη διπλώνουμεν τες αύριο.
Ασ: -Ρε μωρό μου αν δεν τες διπλώσουμε τωρά δεν θα τις διπλώσουμε ποττέ. ΤΙ ΩΡΑΙΑ ΠΟΥ ΔΙΠΛΩΝΟΥΜΕ ΚΛΑΤΣΕΣ ΜΑΖΙΙΙ!! ΤΙ ΩΡΑΙΟ ΠΡΑΜΑ ΤΟ ΔΙΠΛΩΜΑ ΤΗΣ ΚΛΑΤΣΑΣ. ΕΣΥ ΕΓΩ ΕΓΩ ΚΑΙ ΕΣΥΥΥ (τραγουδιστά).

Στεκούμαστε πάνω που το πανιούιν.

Κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον.

Καθούμαστε τζαι βάλουμεν το πανιούιν μες τη μέση του καναπέ.

Ασ:-Γαμώτο κέρατό μου πρέπει να πιάνουμε παραπάνω χρωματιστές κλάτσες.
Αν:-Ή τις ίδιες μαύρες, την ίδια ακριβώς μάρκα, το ίδιο ακριβώς μέγεθος.
Ασ:-Μα άδε τες τούτες, εν τζαι οι θκυο του νεξτ, η μια εν πιο ξεθωριασμένη που την άλλη. Ούφφου.
Αν:-What the fuck τούτη εν βρεμένη ακόμα.
Ασ:- Καλάν ρε κουμπάρε, είναι δυνατόν να εμείναν μες τα άπλυτα ΟΥΛΛΑ τα ταίρκα των χρωματιστών;

Διπλώνουμε 3-4 ζευγάρια.

Αν:-Ρε αγάπη άτε, πάω να μαζέψω τα χτεσινά ρούχα που την απλώστραν τζαι συνέχισε.
Ασ:-Μα σοβαρομιλάς; ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ μεν με αφήνεις μόνη μου με τις κλάτσες.
Αν:- Εν να τα καταφέρεις. Έχω σου εμπιστοσύνηηηηηη (Ενώ βουρά τζαι φέφκει).

Οκ socks. Ιt's either my way or the dustpin.

Until the next πλύση.

Πάμε να δούμε Ντέξτερ τωρά!