Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

Το βουνό

Η Μαρία έβαλε στην πιατοθήκη το τελευταίο φλυντζάνι. Τα ζαριασμένα από το νερό χέρια της μύριζαν κίτρο και πορτοκάλι. Σκούπισε τις σκόρπιες μικρές λιμνούλες από τα χείλη του νεροχύτη και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Είχε βρέξει και ο ουρανός είχε καθαρίσει από τις ενοχλητικές σκόνες που την πείραζαν. Απέναντι φαινόταν καθαρά το βουνό. Μια μικρή συμφωνία ψηλών λόφων με τη χαρακτηριστική άσπρη σημαία και το μισοφέγγαρο. "Κάθε φορά που βρέχει φαίνεται ακόμη πιο κοντά", σκέφτηκε.

Η Μαρία είχε ακούσει πολλές ιστορίες για το βουνό από τον παππού της. Το θυμόταν από τα τετράδια του δημοτικού σχολείου. Ποτέ όμως δεν το είχε καλοπροσέξει. Μέχρι που ανακάλυψε ότι είναι η οθόνη του παράθυρου της μικρής της κουζίνας. Από τότε, πλένοντας τα πιάτα έριχνε κλεφτές ματιές και σκεφτόταν, κοροϊδεύοντας τον εαυτό της: "Τι παράξενο κάτι τόσο ευδιάκριτο και να μην το είχα προσέξει καλά, μέχρι τώρα. Τυφλή ήμουνα; "

Δεν ενδιαφερόταν να μιλήσει για πολιτική. Απέφευγε να παίρνει θέση σε συζητήσεις με τους φίλους της. Προτιμούσε να δηλώνει παντελή άγνοια. "Δεν έχω διάθεση για τέτοια", δήλωνε και άλλαζε κανάλι. Ήξερε πάνω κάτω την γνωστή ιστορία του νησιού, αλλά δεν την ενδιέφερε και τόσο. "Τίποτα δεν θα αλλάξει σε αυτό το σκατο-νήσι", άκουσε πολλές φορές τον μπαμπά της να σιγομουρμουρά ιδρωμένος, παρακολουθώντας αυγουστιάτικα δελτία ειδήσεων.

Σήμερα όμως το βουνό, μέσα στο ισορροπημένο γαλάζιο χρώμα, πλησίαζε με ένα απειλητικό τρόπο κοντά της. Η εύθυμη διάθεση έσβησε από την καρδιά της. Ένιωσε ένα κάψιμο στο στήθος και στα μάτια. Σκούπισε ενστικτωδώς την κορυφή της μύτης της και κοίταξε προσεκτικά το βουνό. Η μικρή συμφωνία των ψηλών λόφων είχε μετατραπεί σε ένα μαύρο συνθόλευμα γκρεμών και βράχων. Ο άλλοτε νωχελικός ομιχλώδης πίνακας του βουνού φάνταζε τώρα σαν ένα απόκοσμο τοπίο σε έναν μακρινό πλανήτη.

Ακούμπησε τα χέρια της στο στιλπνό μέταλλο. Ο νεροχύτης γέμισε μικρές χλιαρές λίμνες.

Αλήθεια, για πρώτη φορά στη ζωή της, ένιωσε ότι ήταν τυφλή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: